ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ

Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ Empty ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Πεμ Ιουν 23, 2011 6:29 am

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ


Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη.
Δώσ της κλότσο να γυρίσει
παραμύθι ν' αρχινίσει.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό χωριό, Βλαχώρι το λέγανε. Οι σημερινοί το ξέρουνε ως Πολύδροσο Θεσπρωτίας. Εκείνα τα χρόνια που ξεκινά η ιστορία μας, ο τόπος ήταν ακόμη υπόδουλος. «Πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι» τα πλάκωνε και τα φοβέριζε όλα και όλους. Κι αν σήμερα θεωρούμε δύσκολη τη ζωή στο χωριό, καταλαβαίνουμε τι πέρναγαν οι άνθρωποι τότε. Εκείνοι οι άνθρωποι, οι τόσοι άγνωστοι σε μας, οι τόσο γνώριμοι στα κύτταρά μας. Οι μακρινοί παππούδες και γιαγιάδες, που στα ίδια χώματα περπάτησαν κάποτε, τις ίδιες κορφούλες αγνάντευαν το πουρνό και από την ίδια βουνοκορφή, της Μίχλας, τους χαιρέταγε το αστρί της μέρας το δείλι. Κακοτράχαλος ο τόπος και βάσανο μεγάλο η επιβίωση.

Κι από πάνω να στέκεται το καμτσίκι του Τούρκου. Να διαφεντεύει και να πέφτει επί δικαίων και αδίκων. Να αρπάζει το βιος και λογαριασμό να μη δίνει. Χωρίς έλεος και χωρίς ανθρωπιά. Και όχι μόνο το βιος. Ίδια άρπαζαν και σκότωναν και τους κακόμοιρους εκείνους χωρικούς, τους έρμους τους Βλαχωρίτες. Τρόμος έπεφτε στο χωριό σαν έφταναν εδώ οι φοροεισπράχτορες και οι τζεντρεμάδες* του αγά. Αλαφιασμένες οι μανάδες μάζευαν τα κούτσικα* από τους δρόμους και μαζεύονταν και οι ίδιες. Τι τα χρόνια ήταν δύσκολα κι οι Τούρκοι δε χόρταιναν μόνο με γρόσια και πεσκέσια. Ούτε τους ρόπωναν* οι πίτες και τα κοψίδια. Ήθελαν, κι έπαιρναν δίχως να ρωτήσουν, ό,τι άλλο τους έκανε κέφι.

Τα ήξερε, τα είχε δοκιμάσει στο πετσί του ο ραγιάς, τόσους αιώνες τα τερτίπια τους. Κι απέ που τράβηξε το ένα χουνέρι* μετά το άλλο, έβαλε μπρος το πανάρχαιο όπλο της φυλής, την πονηριά, που πάντα έσωζε τους Έλληνες απ' τον καιρό του Ομήρου. Έπιασε το λοιπό κι έχτισε σπίτι ξέχωρο, δίπλα στην εκκλησιά, στο κέντρο του χωριού. Τάχα για να τιμήσει τους αφεντάδες και με όλα τα πρεπά να τους τρατάρει και να τους κοιμίσει σαν έφταναν εδώ να διαγουμίσουν. Να πάρουν τον ιδρώτα και τα κόπια των χωριανών μα να γλιτώσουν οι τσούπρες*. . . Ετούτο το χτίσμα Αμελικό το λέγανε.

Κι έμεινε έτσι το Αμελικό, να ξεπεζεύουν και να βρίσκουν κονάκι οι τούρκοι και οι μπιστικοί τους ως τα 1850 περίπου. Οι εποχές είχαν πια αλλάξει. Άλλες ανάγκες των ανθρώπων ήρθαν και κόνεψαν στο Αμελικό. Από τότε και μετά, ιστορούσαν οι παλιοί, εδώ λειτούργησε το σχολειό του χωριού. Ανοιχτά και φανερά και όχι κρυφά που θέλει η φαντασία ορισμένων. Κι από ξενώνας το Αμελικό για τους δυνάστες, έγινε ναός της γνώσης για τα νέα βλαστάρια του χωριού. Εδώ έμαθαν τα πρώτα κολλυβογράμματα, λίγο γραφή κι ανάγνωση και άλλο λίγο να λογαριάζουν. Φυσικά τέτοια προνόμια είχαν μόνο τα σερνικά παιδιά. Τα άλλα, το κορίτσια, είχαν άλλο προορισμό. Μα αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Καλό ξημέρωμα και αύριο με υγεία συνεχίζουμε.

*τζεντρεμάδες = στρατοχωροφύλακες των Τούρκων
*κούτσικα = μικρά παιδιά
*ρόπωναν = χόρταιναν την πείνα τους
*χουνέρι = πάθημα
*τσούπρες = κορίτσια

_____________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από παλιότερο αφιέρωμα στην εκπαίδευση του τόπου μας. Γράφτηκε με μορφή παραμυθιού, μα παραμύθι δεν είναι. Σε επόμενες αναρτήσεις θα δοθεί και η συνέχεια...

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ Empty Ο ΜΠΑΝΤΖΙΟΣ ΜΕΣΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΞΩ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 26, 2011 7:45 am

Ο ΜΠΑΝΤΖΙΟΣ ΜΕΣΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΞΩ

Συνέχεια του παραμυθιού, καλησπέρα στην αφεντιά σας.

Εκείνα τα χρόνια που λέτε, οι τσούπρες δε μάθαιναν γράμματα. Η πρώτη που ξέφυγε από τούτο τον άγραφο νόμο ήταν η συχωρεμένη η βαβω - Αγαθή, η μάνα του Θωμά του Παπαδημητρίου, του δάσκαλου, που κι εκείνης ο πατέρας, ο Ιωάννης Μαρτίνης Παπαδημητρίου, ήταν δάσκαλος και μάλιστα σχολάρχης. Σπουδαγμένος στη Ζωσιμαία, μεγάλη υπόθεση εκείνη την εποχή. Μεγαλύτερη ακόμη η γρίπη που τον θέρισε στα 18... Κι ο παππούς της βαβω - Αγαθής, γραμματιζούμενος κι αυτός, παπάς στα Ζαγοροχώρια, στα Σουδενά.

Και δεν ήταν ο μόνος παπάς από το χωριό μας. Ένας άλλος παπάς, ο παπα- Μάρκος, παππούς του Μάρκου Ράπελλα, του αγαπημένου καφετζή των παιδικών μας χρόνων, είχε προσφέρει για πολλά χρόνια τις υπηρεσίες του στο Δίλοφο Ζαγορίου. Παπάς στα Ζαγόρια τότε, το 19ο αιώνα, δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αν λάβουμε υπόψη την πνευματική ανάπτυξη της περιοχής. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως εκείνοι οι Βλαχωρίτες ιερείς γνώριζαν καλά γράμματα και οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως το Αμελικό δεν ήταν το πρώτο σχολείο του χωριού μας. Θα πρέπει και παλιότερα, πριν από το 1850, να λειτουργούσε σχολείο στο χωριό.

Όμως πληροφορίες συγκεκριμένες για το παλιότερο σχολείο δεν υπάρχουν. Όλες λοιπόν οι υποθέσεις μας στηρίζονται στις πληροφορίες για μορφωμένους Βλαχωρίτες αυτής της περιόδου, ιερείς, δασκάλους και σχολάρχες ακόμη. Θέλουμε καλύτερη απόδειξη;

Για να βάλουμε όμως τα πράγματα στη σωστή τους θέση και να μην πάρουν τα μυαλά μας αέρα για το δήθεν τρισένδοξο παρελθόν της παιδείας του τόπου μας, θα πρέπει να μολογήσουμε την πικρή αλήθεια: Η φτώχεια και η ανέχεια άφηνε πολλά παιδιά αγράμματα κι ας υπήρχε σχολείο στο χωριό. Δύσκολα τα χρόνια και οι άνθρωποι έπρεπε πρώτα να σκεφτούν την επιβίωση και μετά τα γράμματα. Ακούστε μάλιστα και τούτο το παράδοξο:

Κάθε που έμπαινε η άνοιξη, ο δάσκαλος και οι μαθητές του έπαιρναν πόδι από το Αμελικό. Όχι, δεν πήγαιναν στους κάμπους να μαζέψουν παπαρούνες και πασχαλιές, αυτιά του λαγού και σταφύλια του κούκου. Ούτε για μπουσλίγκες επάνω στη Βασιλική. Αυτά ήταν της δικής μας γενιάς τα τσαλίμια. Και για τους νεώτερους, που ούτε τις μπουσλίγκες κατέχουν, ούτε και το βεζίρη, θα προσθέσω πως ήταν τα γκέιμ μπόι της δικής μας εποχής. Όσο για τα παραπάνω, τα αυτιά και τα σταφύλια, του λαγού και του κούκου, λουλουδάκια είναι του τόπου μας, ταιριαστά με τα ζωάκια του, για να μαρτυράνε τη σοφή ματιά εκείνων που έτσι τα βάφτισαν και έτσι μας τα παρέδωσαν. Αυτά και πάμε παρακάτω.

Τα παιδιά, που λέτε, εκείνης της εποχής δεν είχαν καιρό για τέτοια. Και μην ξεχνάμε πως δεν είχαν και παπούτσια να ποδεθούν. Ούτε θα είχαν για πολλές δεκαετίες ακόμη. Πού πήγαινε λοιπόν όλο τούτο το ξιπόλητο τάγμα;

Απλά πολύ απλά, μετακόμιζαν στο χαγιάτι* της εκκλησιάς, στο γνωστό μας Αϊ -Δημήτρη. Μαζί και ο δάσκαλος. Γιατί στο Αμελικό έμπαινε ο μπάντζιος, πα να πει ο τυροκόμος. Σαρακοστή βλέπετε και οι άνθρωποι τηρούσαν τότε τις παραδόσεις. Αν ήθελαν, ας έκαναν κι αλλιώς. Κι αφού δεν έπιναν που δεν έπιναν γάλα, φώναζαν τον μπάντζιο για να το κάνει τυρί. Και να πάρουν κι αυτοί κανένα φράγκο. Πρώτη ανάγκη αυτή και μετά το σχολειό. Γιατί αν δε χορτάσει η κοιλιά, ανοίγει η πόρτα του μυαλού να μπούνε τα γράμματα; Για να λέμε δηλαδή και το σωστό.

Κι έτσι τα πιτσιρίκια, με τα γυμνά τους ποδαράκια και με τα τρύπια ρουχαλάκια, συνήθως αποφόρια από μεγαλύτερους, στρώνονταν στο χαγιάτι κι εκεί πολέμαγαν να νικήσουν την αμάθεια και να γίνουν άνθρωποι. Άναβαν και στη γωνιά φωτιά και κορόιδευαν την παγωνιά. Η κάπνα και οι μαυρισμένες πέτρες από τούτη τη γωνιά γλίτωσαν ως τις μέρες μας, ως τότε που αναστηλώθηκε ο Άγιος Δημήτριος και μας παραδόθηκε σαν καινούριος.

Έτσι που λέτε το είχαν εκείνα τα χρόνια. Μέσα ο μπάντζιος, έξω τα παιδιά. Μα να σας πω, δεν ξέρω αν έτσι ήταν καλύτερα ή χειρότερα. Γιατί ετούτα τα παιδιά, με τις χίλιες αντιξοότητες, μάθαιναν γράμματα και συνάμα ανθρωπιά. Δεν αμολιούνταν στους δρόμους σαν τα σημερινά να σφάξουν το ένα το άλλο. Και λέω μήπως είχε δίκιο εκείνος ο παλιός που έλεγε «Η ευτυχία κάνει τέρατα και η δυστυχία ανθρώπους.»

Μα είπαμε πολλά και σώνει.

Ας λαλήσει κι άλλο αηδόνι.

Καλό σας ξημέρωμα. Και έπεται συνέχεια.

* χαγιάτι = εξωτερικός διάδρομος

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ Empty Απ: ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 26, 2011 7:52 am

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ __1_%25257E2

Ίδιο πάντα μετά από 50 χρόνια το ξιπόλητο τάγμα του χωριού.

Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Ν. Υφαντή:

"Ο απόδημος Θεσπρωτός Χρυσόστομος Λ. Λαμπρίδης και τα ευποιητικά του έργα"


___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ Empty Τη λέγανε Μαγδαληνή;

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 26, 2011 8:10 am

Τη λέγανε Μαγδαληνή;



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ...


Ας κλοτσήσω κι απόψε την ανέμη κι αν βρει τα κέφια της θα συνεχίσει να ξετυλίγει το κουβάρι των παραμυθιών. Κι απόψε η κλοτσιά θα είναι δυνατή γιατί σε κόμπο πέσαμε και τα λόγια δυσκολεύονται.

Καλησπέρα το λοιπόν στις αφεντιές σας και κάντε ψίχα* ήσυχα να βγούνε οι ξωτικές κι οι νεραϊδοπαρμένοι. Ήσυχα λέω, μη σας πάρουν τη φωνή κατά που συνηθάνε.

Νύχτα αφέγγαρη απόψε. Εκεί στο κέντρο του χωριού. Ψυχή πουθενά, φως πουθενά. Μόνο τα νυχτοπούλια που κρώζουν. Ήρεμος ο Αϊ Δημήτρης αναπαύει το γαλήνιο ίσκιο του. Δίπλα το Αμελικό. Με τα δυο του πατώματα. Και κει, στο απάνω, μια τσούπρα. Μόνη της. Ξένη σ' αυτό τον τόπο, ξένη και με τους ανθρώπους.

Πότε ήρθε εδώ; Πότε έφυγε; Κανείς δεν ξέρει στα σίγουρα. Λένε πως την έλεγαν Μαγδαληνή. Μπορεί κι αλλιώς. Κανείς δε θέλει να θυμάται. Θλιβερή ιστορία, απ' αυτές που καλύτερα να τις ξεχνούν. Σήμερα όμως θα κάνουμε μια εξαίρεση. Έτσι πρέπει και να με συμπαθάτε αν σας στεναχωρέψω.

Δασκάλα ήρθε στον τόπο μας η Μαγδαληνή, ας την πούμε κι εμείς έτσι για ευκολία. Από πού; Μερικοί τη θέλουν Κερκυραία. Μια Ναυσικά που ξέπεσε στα βουνά μας. Αμάθητοι οι ντόπιοι σε τέτοιες γραμματιζούμενες κυράδες, την είδαν απ την αρχή με μισό μάτι. Δάσκαλο γύρευαν για τα παιδιά τους και όχι μια ομορφονιά με ξενικά ρουτιά* και σουσούμια αλλόκοτα.

Σαν ξεπέζεψε στον πλάτανο του Μεσοχωριού, ανόρεχτα της έδειξαν το κονάκι του δάσκαλου. Ντράπηκαν να της πούνε να φύγει, το φώναζαν όμως τα μάτια τους. Ντράπηκε κι εκείνη να ρωτήσει το γιατί. Μικρό κορίτσι ήτανε μαθές κι ας την έβλεπαν οι άλλοι για Μπουμπουλίνα έτοιμη να τους βάλει μπουρλότα.

Κλείστηκε εκείνη στο κονάκι, στο Αμελικό δηλαδή, σχολείο και σπίτι για το δάσκαλο ένα πράμα ήταν εκείνα τα χρόνια, και άρχισε το σούσουρο να απλώνεται. "Δάσκαλος γυναίκα, πού ματακούστηκε!" Πάτησαν πόδι τα παιδιά, τέτοιες ευκαιρίες δε χάνονται:

«Δεν πααίνουμε* στο σκολειό!»

Πάτησαν πόδι και οι μανάδες:

«Να πα να τσι* πείτε να τσακιστεί να φύγει, θα μας χαλάσει τα σπίτια μας αυτή με τα φερσίδια* της!»

Έπεσαν οι άντρες σε μεγάλη συλλοή*. Έστριβαν τη μουστάκα τσε δω, την έστριβαν τσε κει*, βαρύ τους έρχουνταν να πάνε να πούνε της κυρα - δασκάλισσας να τα μαζέψει και να φύγει.

Κι εκείνο το κοράσιο, μόνο κι έρμο το καψερό, να παλεύει να βρει άκρη να βολευτεί στο καινούριο σπιτικό. Σπιτικό τρόπος του λέγειν, ένα αχούρι σκοτεινό και η μπόχα της τυρίλας να την πνίγει. Πνιχτή και απόκοσμη και η σιωπή, μόνο την καρδιά της άκουγε να σφυροκοπά. Κι απέ*, σαν πέρασαν οι πρώτες ώρες, πήρε το θάρρος, αναγκάστηκε πες, να ξεμυτίσει από το κονάκι της. Κείνα τα χρόνια τα σπιτικά δεν είχαν τις ευκολίες τις σημερινές. Άγνωστες πολυτέλειες που ήθελαν δεκαετίες να φτάσουν ως εδώ. Μπάνιο και τουαλέτες; Εδώ νερό δεν είχανε και το κουβάλαγαν ζαλωμένο με τις βιτσέλες*.

Βγήκε λοιπόν η Μαγδαληνή, και χτύπησε την πρώτη πόρτα που βρήκε μπροστά της. Η ανάγκη βλέπεις είναι πιο πάνω κι από τη ντροπή. Με χαμηλά τα μάτια και ψελλίζοντας έκανε τη δύσκολη ερώτηση. Και σαν κατάλαβε η νοικοκυρά, με τα χίλια ζόρια, τι ζήταγε η δασκάλα, φώναξε τη θυγατέρα της τη μεγάλη να πάει να της δείξει. Το αναγκαίο*, κατά πως το λέγανε ευγενικά. Και πήραν δρόμο και δρόμο άφησαν, γιατί αυτό το αναγκαίο ήταν κατά λάκκο μεριά, χαμηλά, μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων. Και μακριά από τον κόσμο και η καθαριότητα του χώρου.

Είδε η Κερκυραία τα κατάντια μας και έφριξε. Μα τι να πει; Και σε ποιον; Αλλιώς ήταν αυτή μαθημένη στον τόπο της, άλλα συνήθεια και άλλος πολιτισμός. Μα εδώ, σε τούτα τα βουνά που μόλις τα είχε αφήσει του Τούρκου το ποδάρι, αυτά ήταν, το είπαμε, πολυτέλειες άγνωστες.

Λέτε κι εσείς με νου σας τι κάθομαι τώρα και σας μολογώ*. Έλα μου ντε που τούτα όλα έπαιξαν ρόλο σημαντικό; Κι αν ενοχλούν τ’ αυτιά μας και τα μάτια μας τέτοιες παράταιρες κουβέντες, ακόμη πιο πολύ θα μας ενοχλήσει να μάθουμε τη συνέχεια ετούτης της λησμονημένης ιστορίας.

Που λέτε έτσι είχαν τα πράγματα. Οι χωριανοί δε θέλαν τη δασκάλα ούτε ζουγραφιστή, κι εκείνη απ' τη μεριά της άλλο δε λαχτάραγε παρά να φύγει από τούτο τον καταραμένο τόπο και το μαρτύριο που τράβαγε. Μα εύκολο δεν ήταν να γλιτώσει. Και ποιος ξέρει και ποια ανάγκη την είχε φέρει ως εδώ. Κανείς δε ρώτησε και κανείς δεν έμαθε ποτέ.

Πόσος καιρός πέρασε, αδύνατον να μάθουμε. Και λίγος ή πολύς δεν έχει σημασία. Το σημαντικό και το βέβαιο είναι το αποτέλεσμα στην ψυχή του κοριτσιού. Μέρα τη μέρα μαζευόταν η πίκρα και βούλιαζε σε χάος απύθμενο. Μα τούτο το δράμα κανείς δεν το πρόσεξε. Κι έτσι κανενός η καρδιά δεν μαλάκωσε. Αντίθετα, μέρα τη μέρα, έψαχναν τρόπο να διώξουν τη δασκάλα. Να γλιτώσουν από τούτο το βραχνά. Και κάποια στιγμή βρήκαν, έτσι νόμισαν, την κατάλληλη ευκαιρία.

Η δασκαλίτσα, που ούτε το όνομά της δε θέλησαν να κρατήσουν οι παλιοί, και που ούτε τη μέρα καλά καλά δεν μπορούσε να φτάνει εκεί κάτω στο χασίλι* γι αυτό που σήμερα το θεωρούμε αυτονόητο να υπάρχει στο κάθε σπίτι, τις νύχτες αναγκαζόταν να καταφεύγει στη λύση που ήξερε από τον τόπο της, το δοχείο νυχτός για να το πούμε ευγενικά. Το πώς μαθεύτηκε ετούτο το μυστικό στο χωριό, άγνωστο. Το θέμα είναι πως αυτό ακριβώς τους έδωσε την αφορμή που γύρευαν. Μαζεύουν το λοιπόν οι άντρες τις γυναίκες και μια και δυο τις στείλανε στο Αμελικό να πετάξουν έξω τη "βρωμιάρα". Ποια λόγια αλλάχτηκαν εκεί; Τι προσβολές άδικες εισέπραξε το ξένο κορίτσι;

Ξεχείλισε η ψυχούλα της και όλα όσα είχε μαζεμένα ορμήσαν βίαια και σαλέψαν το μυαλό της. Θέλει και πολύ νομίζετε ο άνθρωπος να παραλοϊστεί; Τι απέγινε, κανείς δεν ξέρει. Το χωριό έθαψε στη σιωπή ετούτη τη θλιβερή ιστορία της πρώτης και τελευταίας δασκάλας του χωριού μας. Δεν ήθελαν να θυμούνται και να ντρέπονται για το κακό που της έκαναν. Ακόμη και το όνομά της θάφτηκε επιμελώς στη λήθη. «Αλησμονώ και χαίρομαι» που λέει και το τραγούδι. Τη λέγανε Μαγδαληνή; Ήτανε Κερκυραία;

Χρόνια μετά έψαξε να τη βρει ένας δάσκαλος του χωριού μας. Δεν τα κατάφερε. Ίσως το όνομα δεν ήτανε σωστό, ίσως ο τόπος της να ήταν άλλος. Ποιος ξέρει; Κι ένα βράδυ κάθισε και μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι, για τη Μαγδαληνή, ή όπως αλλιώς τη λέγαν. Να βγάλει το κρίμα από μέσα του. Και όπως μου τα μολόγησε έτσι κατά λέξη σας τα λέω κι εγώ. Να μη με βαραίνουν άλλο. Κι ας είναι τούτο το παραμύθι ένα μνημόσυνο για εκείνη την άτυχη κοπέλα που τόσο αδικήσαμε. Κι αδικήσαμε μαζί και όλα τα κορίτσια του χωριού μας που για χρόνια μετά ούτε που σκέφτονταν να πάνε να σπουδάσουν. Ποια τόλμαγε να περάσει τα ίδια;

Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που στις επόμενες γενιές δε συναντάμε Βλαχωρίτισσες μορφωμένες. Πέρασε πολύς καιρός κι οι πρώτες που το τόλμησαν χρειάστηκαν μεγάλο αγώνα να πείσουν τους δικούς τους πως κάνουν και τα κορίτσια για γράμματα. Κι ας είναι καλά κάποιοι φωτισμένοι δάσκαλοι που έπεσαν στο λαιμό των γονιών τους για να τους δώκουνε την άδεια. Στο μεταξύ πολλές τις έφαγαν τα γίδια, κι άλλες τα ξένα, κι άλλες κατέληξαν ψυχοκόρες σε πλουσιόσπιτα στην πόλη.

Κι όμως, είχε σπουδαίες γυναίκες το χωριό μας. Και άξιες. Άδικο για όλο τον τόπο που έτσι παραμελήθηκε η μόρφωσή τους. Άδικο και για τα παιδιά που μεγαλώσανε.

Και λέω κρίμα, που σε κείνο το γράμμα του πάτερ Κοσμά, που τόσο βοήθησε στην ανάπτυξη του σχολειού μας, δε βρέθηκαν και τα λόγια του για τις γυναίκες:

«Ίδια την έκαμεν ο Θεός την γυναίκαν με τον άνδραν, όχι κατωτέραν ».

Κι έμεινε έτσι η Βλαχωρίτισσα δεκαετίες σε θέση δεύτερη και κατώτερη. Το ίδιο και όσες ήρθαν εδώ νύφες από άλλα χωριά, που «αφέντη» έπρεπε ν αποκαλούν και το πιο μικρό σερνικό στο αντροσόι* τους. Κι ας ήταν και μωρό στις φασκιές, «αφέντη» πάλι του κραίνανε*.

Κι όμως, λίγο πιο πάνω από δω, χρόνια πριν, διακόσια και βάλε, έλαμψαν οι αντρογυναίκες του Σουλίου. Οι καπετάνισσες που έπιαναν καριοφίλι και πολέμαγαν καλύτερα κι από άντρες. Η Μόσχω η Τζαβέλαινα, η Χάιδω, η Λένη του Μπότσαρη. Και χρόνια πάλι μετά, στον πόλεμο του ‘40, οι Ηπειρώτισσες άφησαν άφωνο τον κόσμο όλο εκεί πάνω στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου. Αλλά και πίσω, στα πολύ παλιά, από δω ξεκίνησε η Μολοσσή πριγκίπισσα Μυρτάλη, η μετέπειτα θρυλική Ολυμπιάδα, που γέννησε και γαλούχησε έναν Αλέξανδρο και τον έστειλε να κατακτήσει τον κόσμο. Ναι, τέτοιες γυναίκες βγάζουνε αυτά τα χώματα. Ίδιες με τη γη μας. Περήφανες σαν τα βουνά μας και δυνατές σαν τα ποτάμια μας.

Γι αυτό, σε τούτη τη γη, πρέπει να το αναφέρουμε, ίσα την είχανε παλιά τη γυναίκα σε αξία και μαζί τη λάτρευαν σύνναη* θεά με το μεγάλο Δία. Διώνη το όνομά της, η ηπειρώτικη σύλληψη του «θηλυκού» Διός, κατά πως λένε οι παλιές γραφές. Και χώρος της λατρευτικός ο αρχαιότερος της Ηπείρου, η Δωδώνη. Κόρη του Ουρανού και μάνα της Αφροδίτης. Γιατί έτσι έβλεπαν εκείνοι οι πρώτοι Ηπειρώτες τη γυναίκα. Με σοφία ουράνια και δημιουργό και γεννήτορα του ωραίου.

Πώς από τούτες τις θεές και τις αντρογυναίκες, καταντήσαμε ακόμη και το όνομα των γυναικών να στερήσουμε και Γιώργαινες, Κώσταινες και Ποστόλαινες* να τις βαφτίσουμε, είναι μεγάλη απορία. Κι άλλο τόσο περίεργο πόσα κατάφεραν τα τελευταία χρόνια τα κορίτσια του χωριού μας. Τόσα πολλά, που αστεία να φαντάζουνε στα μάτια μας όσα παλιά περνάγανε οι γυναίκες. Και να ρωτάμε δύσπιστα αν ήτανε αλήθεια.

Ναι, ποιος σήμερα μπορεί να το πιστέψει πως κάποτε διώξαμε από δω κακήν κακώς μία δασκάλα, απλά και μόνο γιατί ήτανε γυναίκα; Και ποιος θέλει να θυμάται πως το τρελάναμε εκείνο το κακόμοιρο κορίτσι; Κανείς, μα της χρωστάγαμε ετούτο το παραμύθι, μνημόσυνο πες και συγνώμη και εξομολόγηση όπως ταιριάζει στα αμαρτήματα.

Και τώρα που τα είπαμε κι αλάφρωσε η καρδιά μας, δε θα ντρεπόμαστε να λέμε πως μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια δασκάλα. Εδώ, στο Βλαχώρι, στο Αμελικό. Και θα τη λέμε Μαγδαληνή κι ας μη τη λέγαν έτσι, συνειρμός με το Γολγοθά που την ανεβάσαμε. Και το μεγαλοπαράσκευο, μαζί με τα πεθαμένα μας, ας της ανάβουμε ένα κεράκι. Να χαίρεται η ψυχούλα της και να μας συχωράει.

Μ αυτά και μ αυτά όμως πέρασε κι απόψε η ώρα. Και ένα ακόμη παραμύθι τέλειωσε. Κρίμα που δεν ταιριάζει να το κλείσω με το ζήσανε αυτοί καλά. Αρκεί όμως και φτάνει που σήμερα ζούμε καλύτερα.

Καλό ξημέρωμα και με υγεία να ξανανταμώσουμε. Να συνεχίσουμε να λέμε παραμύθια. Που παραμύθια δεν είναι...

_________________________________

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Οι ερμηνείες των λέξεων του τοπικού λεξιλογίου βασίστηκαν σε ανέκδοτη εργασία του Θεόφιλου Λαμπρίδη τον οποίο και ευχαριστούμε που μας την παραχώρησε.


*ψίχα = λίγο
*ρουτιά = ρούχα
*πααίνουμε = πηγαίνουμε
*τσι (πείτε) = της (πείτε)
*φερσίδια = τρόποι φερσίματος, συμπεριφοράς, τα φερσίματα
*συλλοή = συλλογή, σκέψη
*τσε δω, τσε κει = από δω, από κει
*απέ = έπειτα
*βιτσέλες = δοχεία για μεταφορά νερού
*αναγκαίο = τουαλέτα,
*μολογώ = ομολογώ, λέω
*χασίλι = χωράφι
*αντροσόι = η οικογένεια του συζύγου, του άντρα
*κραίνανε = λέγανε
*σύνναη = συν και ναός, λατρευότανε στον ίδιο ναό

*Γιώργαινες, Κώσταινες και Ποστόλαινες = Η γυναίκα του Γιώργου, του Κώστα, του (Α)Ποστόλη. Σύμφωνα με τα ηπειρώτικα έθιμα τις παντρεμένες γυναίκες τις φώναζαν με το όνομα του άντρα τους και όχι με τα δικά τους βαφτιστικά.



___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ Empty Απ: ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 26, 2011 8:17 am

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η ιστορία της Μαγδαληνής είναι πέρα για πέρα αληθινή. Χρονικά τοποθετείται λίγο μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, δηλαδή γύρω στα 1913 με 14. Κι ακόμη πιο τραγική από όσο το «παραμύθι» άφησε να φανεί. Όταν πριν λίγα χρόνια ετούτη η διήγηση ήρθε στο φως, βρέθηκαν αρκετοί ντόπιοι να προσθέσουν ό,τι ο καθένας είχε ακούσει από τη γιαγιά του, και να συμπληρώσουν όλες τις λεπτομέρειες που ο χρόνος είχε ξεθωριάσει. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις μαρτυρίες, τις νύχτες οι γυναίκες του χωριού κατσουλώνονταν ( κατσούλι θα πει κάπα με καπέλο) και πήγαιναν έξω από το Αμελικό βγάζοντας αλλόκοτες κραυγές και παριστάνοντας τους σεϊταναραίους (δηλαδή τους βρικόλακες). Όσο για το παραμύθι βασίστηκε στη διήγηση του δασκάλου Θεόφιλου Λαμπρίδη που ήταν ο ίδιος που έψαξε να βρει τα ίχνη της Μαγδαληνής. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε.


ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ ____1_%25257E1

Στη φωτογραφίες ο δάσκαλος Θεόφιλος Λαμπρίδης
με τους μαθητές του. Εποχή 1968 - 1969

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ _16EFB%25257E1

Κατάθεση στεφάνου στην πλατεία του χωριού, στο Μεσοχώρι.

Πίσω αριστερά διακρίνεται ο χώρος που κάποτε ήταν χτισμένο το Αμελικό.

Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Ν. Υφαντή:

«Ο απόδημος Θεσπρωτός Χρυσόστομος Λ. Λαμπρίδης

και τα ευποιητικά του έργα.»

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΑΜΕΛΙΚΟ Empty Η επιστολή του πατρο - Κοσμά του Αιτωλού

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιουν 26, 2011 10:33 am

Αναφερθήκαμε παραπάνω σε επιστολή του πατρο - Κοσμά του Αιτωλού. Που συνέτεινε τα μέγιστα στη δημιουργία σχολείου στο Βλαχώρι και νυν Πολύδροσο. Ώρα να εξηγήσουμε τι ήταν η επιστολή αυτή:

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΟΤΕΡΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

[...] Στο χωριό σωζόταν μέχρι και τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα μια χειρόγραφη επιστολή του άγιου Κοσμά του Αιτωλού. Την είχε φέρει μαζί της κάποια οικογένεια που μετοίκησε στο Πολύδροσο από το γειτονικό χωριό Ζάλογγο και οι χωριανοί την χρησιμοποιούσαν ως ... "γιατρικό"! πιστεύοντας πως η χάρη του αγίου μπορούσε σε μια δύσκολη περίπτωση αρρώστιας να μεταδοθεί από το χαρτί στον ασθενή. Όμως η ουσία δεν είναι στο τι πίστευαν τότε οι άνθρωποι μα στο κείμενο αυτής της επιστολής που το παραθέτουμε αυτούσιο και που είχε πράγματι μαγική επίδραση στους ανθρώπους του χωριού. Διαβάστε το για να καταλάβετε...

_______________________

«Ευγενέστατοι αγαπητοί αδελφοί και τέκνα μου πνευματικά οι κατοικούντες την χώραν Ζάλογκον ασπαζόμενος σας, εύχομαι και παρακαλώ τον άγιον Θεόν δια την ψυχικήν και σωματικήν σας υγείαν.

Εγώ, αδελφοί μου, ως δούλος ανάξιος του Θεού ημών περιερχόμενος και διδάσκων, το κατά δύναμιν, τους χριστιανούς, ήλθα και εδώ εις την χώραν σας. Και βλέποντας ότι δεν έχετε σχολείον επαρακίνησα τους χριστιανούς και έδωσαν δια το σχολείον το κατά δύναμιν και προαίρεσιν, πρέπει δε και η ευγενία σας να βοηθήτε πάντοτε το σχολείον σας, εξ ιδίων πόνων, ή από την χώραν κοινώς, ή και από βακούφια, δια να λάβητε και παρά Θεού τον μισθόν σας, και τιμήν παρά των ανθρώπων, είμαι δε και εγώ χρεώστης να παρακαλώ τον κύριον να ευλογήση την χώραν σας και να αξιώση να ζήσητε εδώ καλά και θεάρεστα και να σας βάλη και εις τον παράδεισον, να χαίρησθε και να ευφραίνησθε και να δοξάζητε την Αγίαν Τριάδα.

Ταύτα και υγιαίνετε εν Κυρίω.
1779 αψοθ΄ Ιανουάριος
Κοσμάς ιερομόναχος
και ανάξιος ευχέτης σας

Έβαλα δε και επίτροπον, με την γνώμην πάντων, τον ευγενέστατον Ιωάννην του Νικολάου και επιστάτας και βοηθούς αυτούς, τον κυρ Νικόλαον του Δημητρίου και τον κυρ Νικόλαον του παπά Αναστασίου, και τον κυρ Κύριον του Αθανασίου, να κυβερνήσουν το σχολείον, καθώς ο κύριος τους φωτίσει. Έβαλα δε ακόμη επιστάτην και τον Γεώργιον του Αθανασίου.»


___________________

Ποια ήταν η μαγική επίδραση της επιστολής αυτής;

Μα η μεγάλη σημασία που έδιναν οι φτωχοί χωρικοί αυτού του μικρού χωριού στη μόρφωση των παιδιών τους, τηρώντας όσα ο πάτερ Κοσμάς συμβούλευε... Παρά τις στερήσεις, θεωρούσαν αδιανόητο να μην πάει το παιδί στο σχολείο. Χωρίς φαγητό μπορεί να έμεναν. Χωρίς παπούτσια μπορεί να μεγάλωναν. Όχι όμως χωρίς γράμματα. Γιατί έτσι τους είχε "δασκαλέψει" ο πάτερ Κοσμάς πως θα λάβουν από το Θεό το μισθό τους!

[...] το μικρό μας αφιέρωμα αποδεικνύει ότι η εκκλησία και οι πατέρες της εκκλησίας κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να υποστηρίξουν τη μόρφωση των παιδιών. Όχι μόνο οι άγιοι Βασίλειος, Γρηγόριος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, οι τρεις Ιεράρχες δηλαδή, μα και πολλοί άλλοι κληρικοί αργότερα ακολούθησαν το ίδιο παράδειγμα. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσά τους, γι' αυτό και η ιστορία τού χάρισε τον τίτλο "Δάσκαλος του γένους".

Αργότερα οι άνθρωποι προσπαθώντας να μελετήσουν την ιστορία εκείνων των χρόνων, των χρόνων δηλαδή που η πατρίδα μας ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους, θεώρησαν πως την περίοδο αυτή δεν υπήρχαν φανερά σχολεία των υπόδουλων Ελλήνων και δημιούργησαν τη θεωρία του Κρυφού Σχολειού. Όμως η δράση και μόνο του πάτερ Κοσμά του Αιτωλού αποδεικνύει πως δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Κι ευτυχώς δηλαδή γιατί έτσι λειτούργησαν πολλά σχολειά που μέρα τη μέρα και χρόνο το χρόνο φρόντιζαν να κρατούν ζωντανή την εθνική συνείδηση και τη λαχτάρα για λευτεριά. Η συμβολή της εκκλησίας σε όλη αυτή την προσπάθεια για μόρφωση είναι αναμφισβήτητη και ο ρόλος της τεράστιος. [...]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

http://tetartaki.blogspot.com/2010/01/blog-post_30.html

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης