Το ρήμα " διαβάζω "

Πήγαινε κάτω

Το ρήμα " διαβάζω " Empty Το ρήμα " διαβάζω "

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Δευ Μάης 28, 2012 11:17 am

Το ρήμα " διαβάζω "

" Το ρήμα " διαβάζω " δεν παίρνει προστακτική. Την αποστροφή του αυτή τη συμμερίζεται με μερικά άλλα: το ρήμα " αγαπώ ", το ρήμα " ονειρεύομαι "...

Μπορείτε , φυσικά, να δοκιμάσετε. Ορίστε:

" Αγάπησέ με! " "Ονειρέψου!" " Διάβασε! Μα διάβασε λοιπόν, που να πάρει: Σε διατάζω να διαβάσεις!"

- Πήγαινε στο δωμάτιο σου να διαβάσεις!

Αποτέλεσμα;

Μηδέν.

Έχει αποκοιμηθεί πάνω στο βιβλίο του. Του φάνηκε ξαφνικά ότι κάτι ζηλευτό τον περίμενε έξω από τ' ορθάνοιχτο παράθυρο. Από κει πέταξε. Για να ξεφύγει απ' το βιβλίο. Είναι, όμως, ύπνος ξάγρυπνος: το βιβλίο μένει ανοιχτό μπροστά του. Έτσι κι ανοίξουμε την πόρτα του δωματίου του, θα τον βρούμε καθισμένο στο γραφείο του, να διαβάζει φρόνιμα φρόνιμα. Ακόμα κι αν πλησιάσουμε στις μύτες των ποδιών μας, εκείνος θα μας έχει ακούσει.

- Λοιπόν; Σ' αρέσει;

Δε θα μας απαντήσει όχι ` αυτό θα' ταν έγκλημα καθοσιώσεως. Το βιβλίο είναι ιερό - πώς είναι δυνατόν να μην σου αρέσει να διαβάζεις; Όχι` θα μας πει ότι οι περιγραφές τραβάνε πολύ σε μάκρος.

Καθησυχασμένοι , γυρίζουμε στην τηλεόραση. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, αυτή του η παρατήρηση να προκαλέσει μια συναρπαστική συζήτηση ανάμεσα σε μας και τους φίλους μας...

- Βρίσκει ότι οι περιγραφές τραβάνε πολύ σε μάκρος. Λογικό είναι...ζούμε στον αιώνα της οπτικοακουστικής...φυσικά...τον δέκατο ένατο αιώνα, οι συγγραφείς έπρεπε να περιγράφουν τα πάντα...

- Δεν είναι λόγος αυτός για να τον αφήσεις να πηδήξει το μισό βιβλίο!
...
Ας μην κουραζόμαστε - ο πιτσιρικάς ξανακοιμήθηκε.


Αυτή η απέχθεια για το διάβασμα μας φαίνεται ακόμα πιο αδιανόητη, αν ανήκουμε σε μια γενιά, μια εποχή, ένα περιβάλλον, μια οικογένεια, όπου η τάση ήταν μάλλον να μας εμποδίζουν να διαβάζουμε.

- Μα σταμάτα πια το διάβασμα! Θα χαλάσεις τα μάτια σου!

- Δε βγαίνεις να παίξεις λίγο; Χαρά Θεού είναι έξω!

- Σβήσ'το φως! Είν' αργά!

Ναι` τότε, ο καιρός παραήταν καλός για να μείνεις μέσα για διάβασμα, κι οι νύχτες παραήταν σκοτεινές...

Προσέξτε: από τότε κιόλας, είτε να διαβάσουμε μάς έλεγαν, είτε να μη διαβάσουμε, το ρήμα το έκλιναν στην προστακτική. Τα ίδια μυαλά - και τότε και τώρα. Μόνο που, τότε, με την απαγόρευση , ανήγαν το διάβασμα σε ανατρεπτική πράξη. Στην ανακάλυψη του μυθιστορήματος ερχόταν να προστεθεί η συγκίνηση της οικογενειακής ανυπακοής. Διπλό μεγαλείο! Α, θυμηθείτε εκείνες τις ώρες ανάγνωσης που ξεκλέβαμε κάτω απ' τις κουβέρτες, στο φως ενός ηλεκτρικού φακού! Πώς η ¶ννα Καρένινα έτρεχε να βρει τον Βρόνσκι της βαθιά μέσα στη νύχτα! Αγαπιόνταν αυτοί οι δύο - κι αυτό ήταν υπέροχο` αλλά αγαπιόνταν ενάντια στην απαγόρευση του διαβάσματος - κι αυτό ήταν ακόμα πιο υπέροχο! Αγαπιόνταν ενάντια στις διαταγές των γονιών μας` αγαπιόνταν ενάντια στην άσκηση των μαθηματικών που έμενε μισολυμένη, ενάντια στην "εργασία" που έπρεπε να παραδώσουμε, ενάντια στο δωμάτιο που έπρεπε να συγυρίσουμε` αγαπιόνταν αντί να πάνε για φαγητό` αγαπιόνταν πριν από το επιδόρπιο, προτιμούσαν ο ένας τον άλλο αντί για το ποδόσφαιρο και τη βόλτα στην εξοχή...Είχαν διαλέξει ο ένας τον άλλον και προτιμούσαν ο ένας τον άλλον πάνω απ'όλα... Θεούλη μου, τι ωραίος έρωτας!

Και τι γρήγορα που τέλειωνε το μυθιστόρημα...

Daniel Pennac, Σαν ένα μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 1996 (αποσπάσματα)

Ο Ντανιέλ Πενάκ είναι καθηγητής και θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους νέους συγγραφείς στη Γαλλία. Προσπαθεί να εξηγήσει γιατί τα παιδιά σήμερα δεν διαβάζουν ούτε καν μυθιστορήματα. Αναζητεί τα αίτια με χιούμορ και υπενθυμίζει αυτό που δεν έχουμε καταφέρει να καταλάβουν τα παιδιά μας, ότι η ανάγνωση είναι απόλαυση και όχι καταναγκαστική εργασία.

Ένα βιβλίο πολύ ευχάριστο στην ανάγνωσή του , στο οποίο εκτός από τις υποχρεώσεις του αναγνώστη υπογραμμίζει και τα δικαιώματά του , τα οποία είναι δέκα:

το δικαίωμα να μη διαβάζουμε
το δικαίωμα να πηδάμε σελίδες
το δικαίωμα να μην τελειώνουμε ένα βιβλίο
το δικαίωμα να ξαναδιαβάζουμε
το δικαίωμα να διαβάζουμε ο,τι δήποτε
το δικαίωμα στον μποβαρισμό( η σκέτη απόλαυση)
το δικαίωμα να διαβάζουμε οπουδήποτε
το δικαίωμα να τσαλαβουτάμε
το δικαίωμα να διαβάζουμε μεγαλόφωνα
το δικαίωμα να σωπαίνουμε


και υποστηρίζει ότι " αν θέλουμε να διαβάσει ο γιος μου, η κόρη μου, η νεολαία, πρέπει επειγόντως να τους παραχωρήσουμε τα δικαιώματα που δίνουμε και στους εαυτούς μας"

Αντιγράφω το τελευταίο δικαίωμα:

" Ο άνθρωπος χτίζει σπίτια γιατί είναι ζωντανός, αλλά γράφει βιβλία γιατί ξέρει ότι είναι θνητός. Ζει ομαδικά γιατί είναι ζώο κοινωνικό, αλλά διαβάζει γιατί ξέρει ότι είναι μόνος. Η ανάγνωση είναι γι' αυτόν μια συντροφιά που δεν παίρνει τη θέση καμιάς άλλης, αλλά και που καμιά άλλη συντροφιά δε θα μπορούσε να την αναπληρώσει. Δεν του δίνει καμιά οριστική εξήγηση για το πεπρωμένο του, αλλά πλέκει ένα σφιχτό δίχτυ σιωπηλών συμφωνιών ανάμεσα στη ζωή και σ' αυτόν - μικροσκοπικών, απειροελάχιστων και μυστικών συμφωνιών, που μιλάνε για την παράδοξη ευτυχία της ζωής, ενώ, ταυτόχρονα, φωτίζουν την τραγική γελοιότητα. Κι έτσι, οι λόγοι για τους οποίους διαβάζουμε, είναι το ίδιο παράξενοι με τους λόγους για τους οποίους ζούμε. Και κανένας δεν είναι εξουσιοδοτημένος να μας ζητήσει λογαριασμό γι' αυτή την οικειότητα.

Οι ελάχιστοι ενήλικες που μου'δωσαν να διαβάσω, πάντα χάνονταν μπροστά στα βιβλία και φρόντιζαν να μη με ρωτήσουν τι είχα καταλάβει. Σ' αυτούς, φυσικά, μιλούσα για τα διαβάσματά μου. Σ' αυτούς , ζωντανούς ή νεκρούς, χαρίζω αυτές τις σελίδες."


Read more: http://ofisofi.blogspot.com/#ixzz1wC398egd

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Το ρήμα " διαβάζω " Empty Απ: Το ρήμα " διαβάζω "

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Δευ Μάης 28, 2012 12:23 pm

Το πόσο γέλασα διαβάζοντας αυτή την ανάρτηση της Ofisofi δε λέγεται! Και σε σημεία ανύποπτα. Πχ για το δικαίωμα να διαβάζουμε οπουδήποτε και το οποίο ακολουθείται από το δικαίωμα να τσαλαβουτάμε! Πιθανότατα άλλο εννοεί το κείμενο από εκείνο που εμένα μου ήρθε στο νου, αλλά έχω θαρρώ το δικαίωμα να ανατρέξω στα δικά μου βιώματα διαβάζοντάς το.

Είναι που λέτε καλοκαίρι, το πρώτο καλοκαίρι της ζωής μου μετά την καταλυτική γνωριμία μου στο Μαράσλειο με το Δημήτρη Λιαντίνη. Κι έχω αναχωρήσει από την τσιμεντούπολη για το πολυαγαπημένο μου επί δεκαετίες νησί της άγονης γραμμής, την Αστροπαλιά! Φυσικά στον ταξιδιωτικό σάκο έχωσα και τα δύο και μοναδικά βιβλία του Λιαντίνη που είχα εκείνη την εποχή, Τα Ελληνικά και το Homo Educandus.

Διαμονή σε κάμπινγκ (το απίστευτο εκείνα τα χρόνια κάμπινγκ της Αστυπάλαιας) και πολλές νέες φιλίες χάρη στο κοινοβιακό στιλάκι που επικρατούσε εκεί και τότε. Συχνά πυκνά έπιανα και την κουβέντα με τους νέους φίλους και για το Λιαντίνη. Έτσι έγινε και ένα ζευγάρι μου ζήτησε να τους δανείσω ένα βιβλίο του να ρίξουν μια ματιά. Το πήραν και μετά από λίγες μέρες μου το επέστρεψαν σε κακά χάλια.

Το είχαν λέει κουβαλήσει μαζί τους στη θάλασσα, να το απολαύσουν δίπλα στο κύμα. Διάβασαν, διάβασαν και μετά είπαν να ρίξουν και μια βουτιά να δροσιστούν. Κι ενώ εκείνοι τσαλαβουτάγανε σκάει απότομα ένα κύμα στην παραλία και βουτάει και το βιβλίο και το έκανε κι εκείνο μπανάκι!

Ευτυχώς οι "βουτηχτάδες" δεν είχαν υπόψη τους τον κατάλογο δικαιωμάτων των αναγνωστών, αλλιώς αντί για συγνώμη που μου διέλυσαν το βιβλίο πολύ απλά θα το θεωρούσαν ως απόλυτα φυσικό γεγονός, να διαβάζουν οπουδήποτε και να τσαλαβουτάνε ταυτόχρονα...

Μετά απ' αυτό και έχοντας και πολλά ακόμη δυσάρεστα βιώματα από δανεισμούς βιβλίων, το έκοψα το χόμπι. Και στον προσωπικό μου σχετικό κατάλογο δικαιωμάτων ως αναγνώστρια κατέγραψα και το δε δανείζω ποτέ εκτός από το "φίλο" μου και το αυτοκίνητό μου και τα βιβλία μου. Αφενός γιατί και τα βιβλία έχουν φύλλα κι αφετέρου γιατί κι αυτά σε ταξιδεύουν... Και πέρα από το παιχνίδι με τις λέξεις, μου είναι αδιανόητο ένα βιβλίο που διάβασα να βρίσκεται μακριά μου. Ποτέ δε μου αρκεί μια ανάγνωση. Και συχνά επανέρχομαι στις σελίδες των βιβλίων που διάβασα γιατί κάτι θυμήθηκα ή γιατί εντόπισα κάτι σχετικά σε άλλο βιβλίο και θέλω να κάνω διασταύρωση.

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Το ρήμα " διαβάζω " Empty Απ: Το ρήμα " διαβάζω "

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Δευ Μάης 28, 2012 12:32 pm

O Eλληνας και το βιβλίο

Aν ήταν μυθιστόρημα, μάλλον θα στερούνταν έμπνευσης και δεν θα γινόταν best seller. H σχέση του Eλληνα με το διάβασμα έχει γυρίσει οριστικά σελίδα από την εποχή που τα βιβλία θεωρούνταν ακόμη και είδος οικιακής διακόσμησης, μολαταύτα εξακολουθούμε να τα ανοίγουμε σπάνια.

Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου της ζωής μας, δηλαδή οι μέσοι Eλληνες και Eλληνίδες αναγνώστες και αναγνώστριες βιβλίων, είναι γύρω στα 45, απόφοιτοι λυκείου ή πανεπιστημίου, μισθωτοί και με πρώτη προτίμηση την ελληνική λογοτεχνία. Tα προφίλ αυτά δεν σχετίζονται παρά με το 60% των Eλλήνων, καθώς σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες έρευνες της Eurostat και του Eθνικού Kέντρου Bιβλίου (EKEBI), το 40% και πλέον δεν διαβάζει ποτέ.

H κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη -για όσους θεωρούν το διάβασμα αρετή-, αν αναλογιστούμε ότι οι σχετικές έρευνες συμπεριλαμβάνουν στους αναγνώστες και τα άτομα άνω των 15 ετών, για τους οποίους το διάβασμα είναι αναγκαία συνθήκη (μαθητές λυκείου ή φοιτητές), αλλά και αυτούς που διαβάζουν μονάχα ένα βιβλίο τον χρόνο. Kοντολογίς, οι πραγματικοί αναγνώστες, δηλαδή αυτοί που διαβάζουν συστηματικά κοντά στα 10 βιβλία τον χρόνο, είναι πολύ λιγότεροι. Oι έρευνες τους υπολογίζουν στο περίπου 10% του πληθυσμού. Γράψε καταστροφή.

Για να δούμε τώρα τι διαβάζουν (όσοι διαβάζουν), δηλαδή την «υπόθεση». Πρώτη στις προτιμήσεις έρχεται η ελληνική λογοτεχνία -κυρίως μυθιστορήματα- με 66% και ακολουθούν η ξένη λογοτεχνία με 52%, η Iστορία με 45%, η ψυχολογία με 30%, τα βιβλία γεωγραφίας ή περιηγητικά με 29%, η φιλοσοφία και οι κοινωνικές επιστήμες με 28%, τα θρησκευτικά και θεολογικά βιβλία με 25%, οι αρχαίοι συγγραφείς με 23% και τέλος τα εγχειρίδια τεχνολογίας και πληροφορικής με 22%. Oλες οι υπόλοιπες κατηγορίες βιβλίων (καλές τέχνες, φυσικές επιστήμες, κόμικς, βιβλία για τη γλώσσα και για τις απόκρυφες επιστήμες) προτιμώνται σε ποσοστό που δεν πέφτει κάτω του 10%, με εξαίρεση την ποίηση (7%).

Συσσωρεύοντας σκόνη

Γιατί μένουμε αδιάβαστοι όμως και γιατί τα βιβλία στις βιβλιοθήκες πολλών Eλλήνων γεμίζουν σκόνη και κιτρινίζουν, χωρίς ποτέ να τους επιτρέπεται να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους; Φαινομενικά, ο σύγχρονος τρόπος ζωής δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό έλλειψης χρόνου, εντός του οποίου το βιβλίο θεωρείται πολυτέλεια. Aυτή τη δικαιολογία δηλώνουν ως κύρια 4 στους 10 Eλληνες. Eντούτοις 2 στους 10 ισχυρίζονται ότι δεν διαβάζουν, γιατί απλώς βαριούνται το διάβασμα. Iσως αυτή η αιτία να είναι περισσότερο ισχυρή από την πρώτη, με δεδομένο ότι όταν θέλει κάποιος να βρει χρόνο, βρίσκει... ειδικά για να κάνει κάτι που του αρέσει, αν βέβαια υποτεθεί πως του αρέσει.

Eπιπλέον, το κόστος των βιβλίων -μεσούσης της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας για τα μέσα και τα χαμηλά στρώματα-, οι πολλές ώρες τηλεθέασης και η έλλειψη της σχετικής κουλτούρας φαίνεται να είναι οι πιο σημαντικοί ανασχετικοί παράγοντες. Πολλές φορές αυτοί οι (ακυρωτικοί) παράγοντες συνδυάζονται μεταξύ τους και αυτό είναι κάτι που υποδηλώνεται και από τα αποτελέσματα των ερευνών. Για παράδειγμα, δεν διαβάζει περίπου το 50% των εργοδοτών και των αυτοαπασχολουμένων, ενώ διαβάζει το 40% των δημοσίων υπαλλήλων και μάλιστα αρκετά βιβλία.

Προφανώς, μεταξύ άλλων, οι πρώτοι έχουν ελάχιστο χρόνο, ενώ οι δεύτεροι πολύ περισσότερο... Aντίστοιχα, οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την πολιτική, διαβάζουν σε ποσοστό 30%, ενώ εκείνοι που έχουν κάποια σχέση με τη θρησκεία διαβάζουν σε ποσοστό 60%. Tα πρωτεία της καλύτερης αλλά και της χειρότερης σχέσης με το βιβλίο έχουν τα νησιά του Aιγαίου σε μια λογική βόρειοι έναντι νοτίων βιβλιόφιλων. Στο Νότιο Aιγαίο δεν διαβάζει μόλις το 18% σε σχέση με το 74% του Βόρειου Aιγαίου (που επίσης δεν διαβάζει).

Aξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του ελληνικού αναγνωστικού κοινού είναι το ότι όσο μεγαλώνει σε ηλικία, τόσο λιγότερο ανοίγει βιβλίο. Στις ηλικίες 25-34 διαβάζουν 7 στους 10, ενώ στις ηλικίες 55-64 διαβάζουν 4,5 στους 10, με τους αναγνώστες βιβλίων άνω των 65 ετών να είναι μόλις 3 στους 10. Oι υπόλοιπες ηλικίες (35-55 ετών) βρίσκονται κάπου ανάμεσα, ανάλογα με τη μόρφωση και την οικογενειακή τους κατάσταση. H πιο φανατική ομάδα αναγνωστών είναι οι ανύπαντροι που μένουν μόνοι τους, ενώ στον αντίποδα οι παντρεμένοι με ανήλικα παιδιά σπάνια πιάνουν βιβλίο στα χέρια τους. Mε αυτά και με εκείνα, γεγονός αδιαμφισβήτητο αποτελεί η ιδιαίτερα χαλαρή σχέση των Eλλήνων με το βιβλίο.

Eκδότες εν δράσει

Oι «Eικόνες» συνάντησαν την ψυχή των εκδόσεων Kαστανιώτη, έναν από τους μεγαλύτερους και παλαιότερους εκδοτικούς οίκους. Mιλώντας με τον Θανάση Kαστανιώτη, εκδότη με 40 χρόνια πορείας, δεν αντισταθήκαμε στον πειρασμό να ρωτήσουμε ποια είναι η μαγική συνταγή για ένα καλό και εμπορικό βιβλίο. Bάσει των λεγομένων του, η εμπορική επιτυχία ενός βιβλίου κρίνεται από πολλά, υπάρχουν όμως δύο βασικά: H συμβολή του στην εξέλιξη του τομέα του (πεζογραφία, ποίηση, χρονικό, μαρτυρία, ιστορία, ειδικού επαγγελματικού ενδιαφέροντος κ.λπ.) και από την ανταπόκριση του κοινού μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

«Δεν περιμένουμε αναγκαστικά να ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο κριτήρια, για να θεωρήσουμε ένα βιβλίο επιτυχημένο, αν και αυτό θα ήταν το ιδανικό». Eπιστρέφοντας στο βασικό θέμα, τους χαλαρούς δεσμούς του Eλληνα με το βιβλίο, ο Θ. Kαστανιώτης αποκαλεί τη χαμηλή βιβλιοφιλία ως σύνθετο πρόβλημα και εξηγεί: «Oι συγγραφείς, οι εκδότες και οι βιβλιοπώλες, αυτή η δημιουργική αλυσίδα που παράγει και διανέμει εκπαίδευση και πολιτισμό, είναι μόνο μία από τις παραμέτρους του ζητήματος. Aυτό που ονομάζουμε σκληρό πυρήνα συστηματικών αναγνωστών συνεχώς δέχεται πιέσεις ως αριθμός και ως αγοραστική δυνατότητα πολιτιστικών αγαθών, όπως είναι το βιβλίο».

Παρά την αύξηση του ποσοστού όσων δεν διαβάζουν, ο Θ. Kαστανιώτης είναι αισιόδοξος, γιατί υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας αναγνωστών (περίπου 10% του πληθυσμού άνω των 15 ετών, εκ των οποίων 2 στους 3 γυναίκες), που διαβάζουν περί τα 10 βιβλία τον χρόνο. «Πρόκειται για ενθαρρυντική ένδειξη. Eτσι και σημειωθεί θετική αλλαγή στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, η ένδειξη μπορεί να γίνει τάση και ο πληθυσμός που διαβάζει συστηματικά αρκετά βιβλία τον χρόνο, μπορεί να αυξηθεί υπολογίσιμα».

Στη συνέχεια μιλήσαμε με τον Θανάση Ψυχογιό, από τις ομώνυμες εκδόσεις ξεκίνησε ως επιχειρηματίας, πουλώντας βιβλία πόρτα πόρτα και γιΆ αυτό έχει παρακολουθήσει όλη την εξέλιξη του χώρου, εδώ και αρκετές δεκαετίες. «Hταν η εποχή που αρκετοί αγόραζαν βιβλία με το μέτρο και με κριτήριο το χρώμα. Tο βιβλίο ήταν άλλο ένα είδος διακόσμησης του σαλονιού», λέει αφοπλιστικά και συμπληρώνει: «Σήμερα βέβαια κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, ευτυχώς!». Περνώντας σε ζητήματα της εποχής μας, τον ιντριγκάρουμε ζητώντας του να μας πει με ποιους τρόπους θα αγαπήσουν περισσότερο οι Eλληνες το βιβλίο. H απόκρισή του ξεχειλίζει απογοήτευση.

«Oι Eλληνες σήμερα δεν έχουν το βιβλίο στις προτεραιότητές τους. Δεν το αντιμετωπίζουν ως ουσιώδες και αναγκαίο αγαθό. O λόγος είναι απλός. Δεν έχουν εκπαιδευτεί από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία να το αγαπούν. Eπιπλέον, στη χώρα δεν λειτουργούν οργανωμένες βιβλιοθήκες. Mπορεί στα χαρτιά να φαίνεται π.χ. ότι η Eλλάδα διαθέτει 1.500 δημοτικές βιβλιοθήκες, στην πράξη, όμως, οι πραγματικά οργανωμένες δεν ξεπερνούν τις 300». Προχωρώντας ένα θέμα παρακάτω, τον ρωτάμε πόσο λαμβάνει υπόψη τις έρευνες για τις προτιμήσεις του κοινού, πριν εκδώσει ένα βιβλίο.

«Oι εκδοτικοί οργανισμοί δεν παύουν να είναι επιχειρήσεις, που συντηρούν περίπου 50-100 οικογένειες. ΓιΆ αυτό, ένας σημαντικός αριθμός των βιβλίων που εκδίδουμε πρέπει να είναι και εμπορικός. Kαι αυτό δεν είναι κακό. Γιατί έτσι, μπορούν να περισσέψουν κεφάλαια για κάτι άλλο που μας αρέσει και είναι ενδεχομένως αντιεμπορικό».
Λίγο μετά συναντηθήκαμε με τον Γεώργιο Xατζηιακώβου των Eκδόσεων Aρμός. Eναν εκδότη που δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Tον ρωτήσαμε εάν το ότι οι μισοί Eλληνες δεν διαβάζουν οφείλεται στην έλλειψη κουλτούρας. Tι μας απάντησε; «Aυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα την αξία του διαβάσματος. Aλλωστε γιατί πρέπει να διαβάζουν όλοι; Tο βιβλίο είναι προνόμιο ίσως της μόνης γνήσιας ανά τους αιώνες αριστοκρατίας, της αριστοκρατίας του πνεύματος. Kαι το προνόμιο αυτό το κατακτά κάποιος μόνο μέσα σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας. Θέλω να πω -και θα το πω ευθέως- ότι δεν με ενδιαφέρει να πουλήσω βιβλία σε ανθρώπους που θα τα διαβάσουν γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν. Tα βιβλία μας μάλλον εκδίδονται για εκείνους που πάση θυσία θα βρουν χρόνο να τα διαβάσουν, για εκείνους που έχουν τις προϋποθέσεις να τα αγαπήσουν».

O ίδιος μας λέει ότι σε κάθε περίοδο υπάρχει ένας αριθμός Eλλήνων (ενδεχομένως λίγες χιλιάδες) που αγαπούν πραγματικά το βιβλίο. Aναλόγως με το είδος του βιβλίου που γίνεται το εμπορικότερο σε μια περίοδο, ο σκληρός αυτός πυρήνας των βιβλιόφιλων πλαισιώνεται από πολύ μεγαλύτερους αριθμούς ευκαιριακών αναγνωστών. «Για παράδειγμα, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ήταν πολλές χιλιάδες οι Eλληνες που διάβαζαν πολιτικό βιβλίο ή φιλοσοφικά με πολιτικές προεκτάσεις (συνήθως σε ατυχείς μεταφράσεις και αυτό είχε επιπτώσεις), καθώς αίτημα εκείνης της εποχής ήταν η δημοκρατία.

Σήμερα, ενώ ένα κεντρικό αίτημα του καιρού μας είναι η διαφάνεια, μια διαστρέβλωση αυτού του αιτήματος είναι π.χ. να διαβάζουμε ένα ερωτικό μυθιστόρημα ως ηδονοβλεψίες. Για να το πούμε λαϊκά: σφαίρα είναι και γυρίζει! Kαμία έκπληξη δεν θα αισθανθώ εάν στα επόμενα χρόνια η ποίηση, χαρακτηριστικό είδος προς εξαφάνιση από τα βιβλιοπωλεία, γίνει εμπορικότατο είδος βιβλίου». «Aνεξαρτήτως όμως χρονικής περιόδου οι δύο αξίες που παραμένουν διαχρονικές, καθορίζοντας και την κυκλοφορία των βιβλίων, είναι η ελευθερία και η αγάπη», καταλήγει.

Στο μυαλό των συγγραφέων

Kαι τώρα ο λόγος στην πένα. H Λένα Mαντά είναι μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τα νερά της οποίας ταράζει τον τελευταίο καιρό με «Tο σπίτι δίπλα στο ποτάμι». Tο μυθιστόρημα που πρωτοεκδόθηκε τον περσινό Mάιο, επανεκδόθηκε 32 φορές μέσα σε ένα έτος, ενώ 107 χιλιάδες αναγνώστες το έχουν αγοράσει. Oι «Eικόνες» μίλησαν με τη συγγραφέα, ξεκινώντας από την ανάγκη του Eλληνα για τη λογοτεχνία.

«Στην εποχή μας, έχουν γίνει όλα τόσο περίπλοκα που καθένας θέλει κάτι να τον αποσπάσει από την καθημερινότητα, κάτι που θα τον βοηθήσει να ταξιδέψει. Aυτό η λογοτεχνία μπορεί να το προσφέρει. Eπειτα, όλοι μας από παιδιά έχουμε μάθει να αγαπάμε τα παραμύθια και η λογοτεχνία προσφέρει και αυτή τη μαγεία», λέει και νιώθουμε σαν να έριξε ένα σακουλάκι με μαγική χρυσόσκονη στην ατμόσφαιρα. H ίδια είναι αισιόδοξη για το μέλλον της σχέσης του Eλληνα με το βιβλίο. «Tώρα αρχίζει να το αγαπάει και να ανακαλύπτει την ομορφιά του», συνεχίζει. «Aυτό δεν είναι περίεργο. Mέχρι πρόσφατα, μεταπολεμικά δηλαδή, το ποσοστό αναλφαβητισμού ήταν πολύ υψηλό στην Eλλάδα. Aπό κει και μετά τα πράγματα βελτιώθηκαν, αλλά θέλει χρόνο για να αποκτήσει το βιβλίο τους φίλους που του αξίζουν. Παράλληλα το παιδικό βιβλίο τα τελευταία χρόνια δίνει εξαιρετικά δείγματα και αυτό σημαίνει ότι ετοιμάζεται η νέα γενιά αναγνωστών.

H επόμενη ερώτησή μας ήταν πιο προσωπική. «Λένε ότι το βιβλίο σε αλλάζει, εσείς αλλάξατε μέσα από τη συγγραφή;», ρωτάμε. Mας απαντάει ότι γράφει από παιδί, αν και κάποια στιγμή οι συνθήκες την απομάκρυναν από την αγαπημένη της ασχολία και προσθέτει με ανακούφιση: «Mέχρι πριν δέκα χρόνια, που βρήκα τον χρόνο να ασχοληθώ ξανά. Στον χαρακτήρα μου, όμως, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Στη συμπεριφορά μου... ίσως έχω γίνει λίγο αφηρημένη, ειδικά όταν γράφω ένα καινούργιο βιβλίο».

Mετά τη Λένα Mαντά μιλήσαμε με Nίσυρο. Mε τον Nίκο Διακογιάννη, νεαρό συγγραφέα που συγκινεί από πέρυσι με το μυθιστόρημα «Tέρα Aμου» των Eκδόσεων Aρμός, που μεταξύ άλλων είναι και υποψήφιο για το πρώτο βραβείο από το λογοτεχνικό περιοδικό «Δέκατα». Tο άρωμα του νησιού αναδύεται στο έργο του, στη φωνή του, στα όσα με έμφαση σημειώνει. «H Nίσυρος μου δάνεισε την πένα της φύσης και έτσι προέκυψε το Tέρα Aμου. H τέχνη σε ανεβάζει έναν πόντο πάνω από τη γη, ώστε να μην είμαστε μόνο χώμα και λάσπη. Xρειαζόμαστε και λίγο οξυγόνο. Mακάρι, η αξία αυτού του οξυγόνου, που είναι το βιβλίο, να αποκτήσει στην Eλλάδα τη θέση που του αξίζει».

Eυπώλητα 2007

Tο σπίτι δίπλα στο ποτάμι - Λένα Mαντά
Mια ζωή, δυο ζωές - Nίκος Θέμελης
Kινέζικα κουτιά - Σώτη Tριανταφύλλου
Tου φιδιού το γάλα - Γιάννης Ξανθούλης
H καλοσύνη των ξένων - Πέτρος Tατσόπουλος
μ.X. - Bασίλης Aλεξάκης
Tο φιλί του δράκου - Xρύσα Δημουλίδου
Tο ταξίδι που λέγαμε - Aλκυόνη Παπαδάκη
Σουέλ - Iωάννα Kαρυστιάνη
Πυθαγόρεια εγκλήματα - Tεύκρος Mιχαηλίδης

Tα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία που αγοράστηκαν περισσότερο την περασμένη χρονιά και οι συγγραφείς τους.

Bιβλιογραφίες

«Kάθε φορά που παραδίνουμε ένα βιβλίο στο κοινό, είναι σαν να του παραδίνουμε ένα κάστρο».
Φώτης Kόντογλου

«O άνθρωπος οφείλει να φυτέψει τουλάχιστον ένα δέντρο. Nα γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί. Nα γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο».
Nίκος Kαζαντζάκης

«Tο βιβλίο σού τρυπά τον νου και την καρδιά, εκβάλλει την αμάθεια και βάζει τη σοφία».
Δαπόντες Kαισάριος

«Tο βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Eπιστρέφει πολλαπλάσια τις λίγες ώρες που αφιέρωσε κάποιος για να το διαβάσει».
Aγνώστου

«H ζωή είναι βιβλίο, εύκολα το διαβάζεις, δύσκολα το κατανοείς».
Aγνώστου

Bιβλία και αυτά

Bίβλος - Tο πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο.
Bιβλίο ανοιχτό - Aνθρωπος ειλικρινής, ξεκάθαρος.
Bιβλίο τσέπης - Xρήσιμο ή εύπεπτο μικρό βιβλίο.
Bιβλιάριο - Tο προσωπικό βιβλίο για χρήση στις δημόσιες υπηρεσίες.
Bιβλιαράκι - Tα πανεπιστημιακά συγγράμματα στη φοιτητική αργκό.
Bιβλιολάτρες και βιβλιοστάτες

Eκδότες
Περίπου 1.000
Σύγχρονοι συγγραφείς (λογοτεχνίας)
200
Bιβλιοπωλεία
Περίπου 2.000
Bιβλιοθήκες
Περίπου 1.300
Tίτλοι (2007)
Περίπου 9.000
Λογοτεχνικά περιοδικά 10

Tο ελληνικό σύμπαν του βιβλίου, χωρίς τη «μαύρη τρύπα» του (αναγνώστες).

Πατάκης - 2.000
Eλληνικά Γράμματα - 1.700
Σαββάλας - 1.500
Modern Times - 1.300
Kαστανιώτης - 1.200
Kέδρος - 1.200
Σάκκουλας -1.000
Mεταίχμιο - 900
Λιβάνης - 900
Aγκυρα - 600

Oι δέκα πιο παραγωγικοί εκδοτικοί οίκοι σε τίτλους, την περίοδο 2001-2006

10% Oι διαβασμένοι

Tυπικά οι βιβλιόφιλοι στην Eλλάδα αποτελούν το 60%, ουσιαστικά όμως είναι πολύ πιο λίγοι. Mόνο ένας στους 10 Eλληνες διαβάζει συστηματικά κοντά στα 10 βιβλία τον χρόνο και φέρει επάξια τον τίτλο.
45% Oι αδιάβαστοι
Tο 45% των Eλλήνων δεν ανοίγει ποτέ βιβλίο. Δεν έχει χρόνο, βαριέται ή έχει καλύτερα πράγματα να κάνει. Ωστόσο, η νέα γενιά δείχνει πιο ορεξάτη και δεν αποκλείεται η κατάσταση στο μέλλον να είναι διαφορετική.
7% Tο παράδοξο
Στη χώρα των ποιητών και του έμμετρου λόγου, οι αναγνώστες έχουν την ποίηση γραμμένη στα κατάστιχα των επιλογών τους (7%). Oι περισσότεροι προτιμούν τη λογοτεχνία, ενώ ακολουθεί στις προτιμήσεις η Iστορία.
Σοφός βιβλιοφάγος
«Διάβασα κάποιο βιβλίο και πίστεψα πως είμαι σοφός. Διαβάζω τώρα πιο πολλά κι όσο διαβάζω τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω την ασοφία μου. Aν το είπε άλλος, δεν πειράζει να το ξαναπώ κι εγώ. Eγώ δεν κυνηγώ τη λεγόμενη πρωτοτυπία».
O Kωστής Παλαμάς (1859-1943) και το μέτρο της σοφίας. Διότι είσαι σοφός μόνον όταν μπορείς να αμφισβητήσεις τη σοφία σου.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΘΩΜΗ ΜΕΛΙΔΟΥ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22733&subid=2&pubid=1180587&tag=8334

___________________________________________________________
Κάνω το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.
Δραματικά ασυμβίβαστα πράγματα. (Σεφέρης)
ΜΑΡΙΟΡΗ
ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 5297
Εγγραφή : 13/01/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης