Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία (εισαγωγή, επιλογή κειμένων: Ηλίας Γκρής )

Πήγαινε κάτω

Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία (εισαγωγή, επιλογή κειμένων: Ηλίας Γκρής ) Empty Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία (εισαγωγή, επιλογή κειμένων: Ηλίας Γκρής )

Δημοσίευση από ofisofi Την / Το Τετ Νοε 16, 2011 9:37 am

Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία (εισαγωγή, επιλογή κειμένων: Ηλίας Γκρής ) 85540222

Στο βιβλίο αυτό ο ποιητής Ηλίας Γκρής ανθολογεί αποσπάσματα από την ελληνική πεζογραφία και ποίηση που αποτυπώνουν τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και τον απόηχό τους.

Μεταξύ άλλων ανθολογούνται: ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Νίκος Γκάτσος, ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Μανόλης Πρατικάκης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Βασίλης Βασιλικός, η Ρέα Γαλανάκη, η Λιλή Ζωγράφου, ο Νίκος Κάσδαγλης, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, η Μάρω Δούκα, ο Γιώργος Ιωάννου, η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Κώστας Ταχτσής, η Ευγενία Φακίνου, ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Νίκος Χουλιαράς κ.ά.

Αυθεντικό φωτογραφικό υλικό πλαισιώνει τα κείμενα του τόμου.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Eισαγωγή

Όταν η ωμή, κυνική δύναμη δεσπόζει στην εξουσία, τότε σαν ιστορική επιβράβευση ενός αλάνθαστου ενστίκτου εμφανίζονται οι νέοι με την πίστη τους σε ένα ιδεώδες που είναι αφ' εαυτού η απτή απόδειξη ότι τούτο είναι εφικτό.

Εκείνα τα μακρόμαλλα παιδιά με παντελόνια καμπάνες, που φώναζαν στο οδόστρωμα, στις κολόνες, πίσω από τα κάγκελα, στις σκάλες ή στο γρασίδι εκτάδην γράφοντας συνθήματα σαν αυτοσχέδιοι γραφίστες, σκορπούσαν ένα φως που όμοιό του δεν ξανάδα. Ίσως ήταν αυτό το φως που σαν μαγνήτης προσέλκυε όλο και περισσότερους εκείνο το ιστορικό «τριήμερο» στο Πολυτεχνείο. Ο φόβος που πλανιόταν μέσα κι έξω από τα κάγκελα δεν στάθηκε ικανός για να τους κάνει να στρέψουν την πλάτη· έδειξαν πως είχαν ανάκαρα για να αντέξουν την πιο σκληρή κι αμείλικτη όψη της εξουσίας. Αυτήν όπου πάντα προσπέφτουν και την οποία υπηρετούν θρασίμια κι εγωπαθείς, κυνάρια όλο πόζα κι αρχολίπαροι. Έμειναν για να βιώσουν μια μοναδική εμπειρία αμφισβήτησης, άρνησης και ανατροπής.

Το έβλεπες από μήνες πριν ότι οι αντιλήψεις άλλαζαν μέσα στο ζόφο της δικτατορίας. Έτριζε συθέμελα ένα ολόκληρο σύστημα λογικής που δεν ήταν παρά η τυραννία του παράλογου. Βήμα βήμα το ίδιο το φοιτητικό κίνημα αλλιώτευε και ζητούσε την αλλαγή της πραγματικότητας. Εικοσάχρονα παιδιά έδειχναν ότι έχουν τα κότσια να υπερβούν οίκτο και φόβο, γιατί κοινωνούσαν τη μαγεία της πρόκλησης έναντι σε ό,τι δολίως προκαλούσε.

Εκείνα τα παιδιά, η «γενιά του Πολυτεχνείου» (σε μια επάλληλη κατάταξη με τη «γενιά της Aντίστασης»), ζήτησαν να ζωντανέψουν το συλλογικό όραμα, που είχε ήδη εξανεμιστεί, για να 'χουν μερίδιο να ονειρεύονται. Ομολογώ ότι ποτέ δεν είδα θέαμα μεγαλύτερης αυτοπειθαρχίας από εκείνο του Πολυτεχνείου ―εξαιρώ την απειλητική, γι' αυτό και απεχθή πειθαρχία του στρατού― αν και στην αρχή έδειχνε αναρχούμενο πανηγύρι όλο θεριακλίκι. Και στη χαοτική κατάσταση, όμως, κυριαρχούσε το ήθος μιας ιδεαλιστικής έμπνευσης. Στόχος της ήταν η υπέρβαση του σκότους και το ξάνοιγμα σε μια δημοκρατία του πνεύματος.

Ήταν όλοι αυτοί η «γενιά του Πολυτεχνείου», κυρίως φοιτήτριες και φοιτητές, αλλά κι εργάτες μαγκίτες με τις συνελεύσεις τους στο κτίριο Γκίνη, όπου μιλούσαν για «κυριαρχία του εργαζόμενου λαού», μαθητές, νέοι διανοούμενοι, υπάλληλοι που 'φταναν τ' απογεύματα, κάτι ασίκηδες μαλλιάδες, σπουδαστές τσίφτες και δροσερά κορίτσια, και μέσα σ' όλους αυτούς να έχουν παρεισφρήσει προβοκάτορες μεταμφιεσμένοι χαφιέδες με πλαστές ταυτότητες. Κι όμως, έννοιες όπως αυτοθυσία, συμμετοχή, συνύπαρξη, αλληλεγγύη βρήκαν το αληθινό τους νόημα από την πρώτη μέρα της κατάληψης, κυρίως μετά τα μεσάνυχτα, που άρχισε να αυτοοργανώνεται η ζωή των εγκλείστων με επιτροπές περιφρούρησης, επισιτισμού, υγειονομικού κτλ.

Εκεί που 'βλεπες ο καθένας να κάνει του κεφαλιού του, όλοι και όλα με ένα μαγικό τρόπο συνέκλιναν στο κοινό πάθος κατά του στυγνού καθεστώτος, που εκείνη την ύστατη ώρα θα αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι μόνος αντίπαλος είναι πλέον το κίνημα των φοιτητών που αβαντάρονται κι από άλλες κοινωνικές ομάδες.

Αυτή η γενιά είχε την τάση προς τη δικαιοσύνη και την ειρήνη για χάρη ενός νέου τρόπου ζωής. Το όραμά της αναδείκνυε τις αρχές της αξιοπρέπειας και της τιμής που ποδοπατούνταν ανελέητα από τη νανώδη ιδεοληψία εθνοσωτήρων. Με την εξέγερσή της έδειχνε σαν να 'ταν ταμένη να αναστυλώσει άτρωτη την τιμή της χώρας, που συρόταν στα στρατοδικεία, στις φυλακές και στα ξερονήσια από θεοκάπηλους κι επαγγελματίες πατριώτες. Γι' αυτό και, παρ' όλη τη «συλλογική διαίσθηση» ότι κάπου καιροφυλακτούσε η οδύνη, δεν θυμάμαι να είδα στο Πολυτεχνείο πρόσωπο να υποκύπτει στη θλίψη. Ήταν ο αέρας της ελευθερίας που φλόγιζε και συνέπαιρνε τους πάντες.

Αυτός ο αέρας σκέφτομαι ότι αφορά πρωτίστως και την πράξη της συγγραφής. Ό,τι συνέχει μια ομάδα ποιητών ή συγγραφέων δεν είναι η ηλικιακή ομοταξία ούτε κατ' ανάγκην η από κοινού βιωμένη εμπειρία ―που, άλλωστε, μπορεί να απωθηθεί διαφορετικά στον καθέναν―, είναι η κοινή αίσθηση ελευθερίας στη σκέψη και τη συνείδηση που εκτός των άλλων θεμελιώνει τη βάση του πολιτισμού.

Όσοι ποιητές, συγγραφείς απείχαν ενσυνειδήτως από το «τριήμερο», φαίνεται ότι ποτέ δεν άκουσαν την αρχέγονη φωνή της σοφίας, ότι η ουσία της ζωής συναρμόζει στο τραγικό της περιεχόμενο. Και η «17η Νοέμβρη 1973», κορύφωση του «τριημέρου», υπήρξε ένα κατεξοχήν τραγικό συμβάν που δεν υπέκυψε παρά στη γοητεία του εκ των υστέρων μύθου, καθώς η ιστορία δύσκολα γράφεται, αλλά εύκολα πλαστογραφείται.

Το βαθύτερο νόημα της εξέγερσης προδήλως κατέχουν λέξεις ιδιαίτερης φόρτισης όπως ανιδιοτέλεια, αυτοθυσία, συμπόνια, γενναιοψυχία, καρτερικότητα. Και ο ποιητής, ο πεζογράφος, γράφοντας σαν να υπακούει σε μιαν απροσμάχητη καθολική συνείδηση, έχει χρέος να υποτάσσει τη γραφή του στην υπηρεσία ενός πνεύματος όπου κατισχύουν η ανιδιοτέλεια, η αυτοθυσία, η συμπόνια, η γενναιοψυχία και η καρτερικότητα. Και όμως, πολλοί γύρισαν την πλάτη σε κείνον το σάλαγο· έκλεισαν αυτιά και μάτια και ας έμεναν λίγα τετράγωνα από το Πολυτεχνείο. «Ποτέ δεν με συγκίνησε» μου είπε συγγραφέας όταν ρώτησα αν έχει γράψει κάτι γι' αυτό. «Και τότε που γινόταν» πρόσθεσε «το είδα με καχυποψία».

Ας μην αμφιβάλει κανείς ότι πρόκειται για την ίδια εκείνη καχυποψία που παίδευε ανέκαθεν δειλόψυχους ή κατέχοντες, όταν οι περιφρονημένοι, οι αδικημένοι, αλλά και οι μαγεμένοι από όραμα εξεγείρονται και διεκδικούν το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, την ελευθερία και εντέλει στη ζωή. Αυτή η ίδια καχυποψία που αν μη τι άλλο κρύβει φόβο, το πιο ταπεινωτικό συναίσθημα, το οποίο δεν αφήνει να ανθίσει κανένα ευγενές κίνητρο ως παρηγοριά στην αδυσώπητη ανθρώπινη μοίρα.

Και όμως, τα λογοτεχνικά έργα που δικαιώθηκαν στις ανθρώπινες συνειδήσεις είναι εκείνα που ακούμπησαν στην ανθρώπινη τραγωδία και φώτισαν τα σκοτάδια της ψυχής. Κι αυτό μοιάζει με χρέος που σφυρηλατεί την τέχνη της συγγραφής και δεν ματαιώνει τον προορισμό που έχει η φωνή του συγγραφέα, όσο αναγνωρίζει στο χρέος αυτό και το ειδικό βάρος που έχει το μυστήριο της ύπαρξης.

Στην Ελλάδα της ωμής εκμετάλλευσης, της καθολικής αλλοτρίωσης και της πασαλίδικης ρηχότητας, η «17η Νοέμβρη 1973» μοιάζει με ενοχλητική μύγα. Όσο άφησε αδιάφορους, αν δεν εξόργισε κιόλας, την Ακαδημία, την Eκκλησία, μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας, άλλο τόσο δεν φαίνεται να απασχόλησε δημιουργικά στη μείζονα πλειοψηφία της και την καλλιτεχνική κοινότητα. Αυτό που λέγεται πνευματική ζωή έχει προ πολλού αποστρέψει το πρόσωπό της απ' ό,τι σημαντικό.

Με πρόθεση να γίνουν πιο σαφείς οι αναφορές κρίθηκε επιβεβλημένο να διαχωριστεί το λογοτεχνικό υλικό που ανθολογείται σε δύο μεγάλες ενότητες: «Η 17η Νοέμβρη 1973 στην ποίηση» και «Η 17η Νοέμβρη 1973 στην πεζογραφία».


(Το πληροφοριακό υλικό είναι από τις εκδόσεις Μεταίχμιο)

ofisofi

Αριθμός μηνυμάτων : 79
Εγγραφή : 15/06/2011

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης